Ανδρέας Θεοφάνους

12/10/19

Οι τουρκικές επιδιώξεις δεν επιτρέπουν ψευδαισθήσεις

Αναμφίβολα η Τουρκία είναι μια αναθεωρητική δύναμη η οποία στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην ηγεμονία της Ανατολικής Μεσογείου.  Οι Τούρκοι δεν κρύβουν τις προθέσεις τους.  Ο Πρόεδρος Ερντογάν καθώς και άλλοι αξιωματούχοι της κυβέρνησής του προβαίνουν συστηματικά σε δηλώσεις περί τούτου.  Ο Ερντογάν μίλησε για αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης όταν επισκέφθηκε την Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2017 ως προσκεκλημένος του τότε Πρωθυπουργού της Ελλάδας Αλέξη Τσίπρα. Επαναλαμβάνει επίσης ότι καμία εξέλιξη δεν μπορεί να λάβει χώρα στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς τη δική της συμμετοχή ή/και ανοχή.  Η πολιτική αυτή υλοποιείται χρησιμοποιώντας και την τουρκοκυπριακή κοινότητα ως στρατηγική μειονότητα.

Η Τουρκία αξιοποιεί την στρατιωτική της υπεροπλία και την απειλή χρήσης βίας για να πετύχει τους στόχους της.  Η απροκάλυπτη εισβολή στη Συρία είναι μια ακόμα επιβεβαίωση του τουρκικού σωβινισμού. Σε σχέση με το Κυπριακό η Άγκυρα έχει ως στόχο μια συμφωνία η οποία θα νομιμοποιήσει την επικυριαρχία της σε ολόκληρη την Κύπρο.  Αξιολογώντας συλλογικά τις τουρκικές θέσεις στο Κυπριακό δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία περί τούτου.  Για παράδειγμα, οι πρόσφατες δηλώσεις του Τουρκοκύπριου ηγέτη Μουσταφά Ακκιντζί είναι ενδεικτικές: μεταξύ άλλων, υπογράμμισε ότι η πολιτική ισότητα περιλαμβάνει και την εκ περιτροπής προεδρία.  Προφανώς εγείρονται διάφορα ζητήματα με τους όρους αναφοράς καθώς και με την ερμηνεία τους.

Ο ΓΓ του ΟΗΕ αντιλαμβάνεται ότι για να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος στο Κυπριακό απαιτείται η εμπλοκή της Τουρκίας.  Γι’ αυτό μετά την τριμερή αναμένεται να προχωρήσει σε πενταμερή διάσκεψη για να διασφαλισθεί η επανέναρξη των συνομιλιών.  Το ζητούμενο για την ελληνοκυπριακή πλευρά όμως είναι να μην εγκλωβισθεί σε μια διαδικασία η οποία να οδηγήσει σε μια κατάσταση με εφιαλτικά διλήμματα.  Ούτως ή άλλως μια διευθέτηση με τους σημερινούς όρους και δεδομένα θα αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση μια πύρρειο νίκη για την ελληνοκυπριακή πλευρά.

Η Τουρκία δεν αρκείται να είναι περιφερειακή δύναμη.  Ο Ερντογάν οραματίζεται να την καταστήσει μέχρι το 2023 χώρα με παγκόσμια εμβέλεια. Επιπρόσθετα, με τα 100 χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας η προσωπική φιλοδοξία του Ερντογάν είναι να έχει ξεπεράσει τον Ατατούρκ.  Και αυτό αναπόφευκτα επηρεάζει όχι μόνο τη Συρία, το Ιράκ, την Ελλάδα αλλά και την Κύπρο.

Μπροστά σε αυτή την επεκτατική δύναμη ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου στην Κύπρο εξακολουθεί να θεωρεί ότι μια διευθέτηση στη βάση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας θα επιλύσει τα ζητήματα με την Τουρκία.  Σημειώνεται συναφώς ότι η απόσταση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας όπως συζητείται σήμερα με τη συνομοσπονδία δεν είναι μεγάλη.  Στη σημερινή συγκυρία ο μαξιμαλισμός της Άγκυρας δεν θα προκρίνει λύση η οποία δεν επιτυγχάνει τον τουρκικό στόχο για νομιμοποίηση του στρατηγικού ελέγχου ολόκληρης της Κύπρου.

Η πολιτική που έχει ακολουθηθεί όλα αυτά τα χρόνια έχει κριθεί εκ του αποτελέσματος.  Το συγκεκριμένο μοντέλο διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας όπως συζητείται σήμερα δεν μπορεί να οδηγήσει σε ένα ευοίωνο μέλλον.  Αντίθετα θα καταστρέψει την κρατική υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας και θα οδηγήσει τον Κυπριακό Ελληνισμό σε μη αναστρέψιμες περιπέτειες.  Επί τούτου σημειώνεται η δυσκαμψία που θα παρατηρείται όταν θα υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των δύο πλευρών και τα δημογραφικά δεδομένα καθώς το ένα συνιστών κράτος θα είναι τουρκικό και το άλλο πολυεθνικό.  Επιπρόσθετα θα είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο για ένα τρικέφαλο κράτος να αντέξει τους σκληρούς κανόνες της Ευρωζώνης.  Δεν πρέπει επίσης να υποτιμηθούν τα ζητήματα νομιμοποίησης που θα αντιμετωπίσει το νέο μόρφωμα.

Εν κατακλείδι το ζητούμενο είναι η Κυπριακή Δημοκρατία να ενισχύει την κρατική της υπόσταση και να καταστεί αποτελεσματικό κράτος.  Η οποιαδήποτε λύση του Κυπριακού δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από τη μια μέρα στην άλλη.  Θα είναι το προϊόν της μεταρρύθμισης του Συντάγματος του 1960 καθώς και μιας εξελικτικής πορείας.  Για μια τέτοια πορεία απαιτείται μια ολοκληρωμένη στρατηγική περιλαμβανομένου και ενός νέου αφηγήματος.